Είσοδος

Κώδικας Δεοντολογίας Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΧΑΝΙΩΝ

 

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

 

1. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων, που ιδρύθηκε μεταξύ των πρώτων Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας στις 14 Οκτωβρίου 1884, περιλαμβάνει στην εκατονταετή ιστορία του μακρούς αγώνες των μελών του για την προάσπιση της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής προόδου και μεγάλες θυσίες για την εκπλήρωση της αποστολής τους από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, την εποχή της Κρητικής Πολιτείας και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα μέχρι σήμερα.
Ο Κώδικας αυτός αφιερώνεται στη μνήμη εκείνων των αγώνων και των θυσιών και περιλαμβάνει τους δεοντολογικούς κανόνες που πρέπει να τηρούν τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, συνεχίζοντας την αγωνιστική του παράδοση.

2. Ο Δικηγόρος, κατά τον Κώδικα Δικηγόρων είναι υποχρεωτικά μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου, στην περιφέρεια του οποίου ασκεί το Δικηγορικό Λειτούργημα. Διορίζεται με διάταγμα άμισθος δημόσιος λειτουργός και είναι «συμπράττων Λειτουργός της Δικαιοσύνης». Αποτελείτο ένα μέρος του Τρίπτυχου της Λειτουργίας και Απονομής της Δικαιοσύνης (Δικαστές – Δικηγόροι – Δικαστικοί Υπάλληλοι).

3. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 199 του Ν.Δ. 3026/1954 «Περί Κωδικός Δικηγόρων» βαρύνονται με τα παρακάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτελεί νομικό και ηθικό χρέος.

α) Τη μέριμνα για την εν γένει αξιοπρέπεια του Δικηγόρου και τη απονομή από κάθε Αρχή του οφειλομένου προς αυτόν σεβασμού κατά την ενάσκηση του λειτουργήματος του. β) Την υποβολή προτάσεων και γνωμών που αφορούν στη βελτίωση της Νομοθεσίας, την ερμηνεία και την εφαρμογή της. γ) Τη διατύπωση παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης.
δ) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων πάνω σε κάθε ζήτημα που ενδιαφέρει το Δικηγορικό Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ή την επαγγελματική τάξη.
ε) Τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων επί παντός γενικότερου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου.
Οι διατάξεις αυτές, προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση και υπόσταση τους και τους προσδίδουν το ιδιαίτερο εκείνο κύρος και τη λειτουργηματική τους αυθεντία, που παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από το νομικό κόσμο και τον Ελληνικό Λαό.

4. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους είναι Οργανισμοί Επιστημονικοί και Επαγγελματικοί.
Σαν επιστημονικοί Οργανισμοί που περικλείουν μέσα τους τις πρώτες επιστημονικές δυνάμεις της Χώρας, έχουν αποστολή την παροχή υπηρεσιών για την εύρυθμη λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης. Την προαγωγή και πρόοδο της επιστήμης του Δικαίου. Τη βελτίωση της Νομοθεσίας. Την παρακολούθηση της Νομολογίας των Δικαστηρίων. Την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Την προστασία των Συνταγματικών Δικαιωμάτων και των ατομικών Ελευθεριών του πολίτη. Την διασφάλιση της ελεύθερης εκφράσεως του Ελληνικού Λαού.
Σαν επαγγελματικοί Σύλλογοι, που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους επαγγελματίες, που αγωνίζονται για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, επιβίωση και προκοπή, έχουν καθήκον να υπερασπίζονται τα θέματα και τις επαγγελματικές και ηθικές διεκδικήσεις του Δικηγορικού Σώματος. Ν’ αγωνίζονται για την προώθηση του Δικηγορικού Σώματος. Ν’ αγωνίζονται για την προώθηση και τη λύση τους και ν’ αγρυπνούν για την προστασία της Δικηγορικής ολότητας.

5. Σαν δημόσιοι λειτουργοί, «συμπράττοντες Λειτουργοί της Δικαιοσύνης», οι Δικηγόροι έχουν επίσης χρέος ν’ αγωνίζονται για την καλή λειτουργία της, την εξύψωση του κύρους και του γοήτρου της και να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια στους Λειτουρ¬γούς της, για να ανταπεξέρχονται στο δύσκολο και βαρύ έργο τους.

6. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η ευθύνη του Δικηγόρου κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του σε περίοδο λειτουργίας Εκτάκτων Δικαστηρίων, που η υπεράσπιση των αγαθών της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του πολίτη επιβάλλουν έντονη την παρουσία του στις Δίκες, η διεύθυνση της διαδικασίας των οποίων και οι εκδιδόμενες αποφάσεις τελούν κάτω από την λειτουργία της στυγνής σκοπιμότητας και όχι της νομιμότητας και των αρχών του «κράτους δικαίου».
Ο Δικηγόρος κάτω από συνθήκες λειτουργίας «Εκτάκτων Δικαστηρίων» οφείλει να υπερασπίζεται με σθένος και μαχητικότητα τον κατηγορούμενο, το βήμα της υπερασπίσεως που είναι η πολεμίστρα του, το Δικηγορικό λειτούργημα που είναι ο θώρακας του και την υψηλή ιδέα της δικαιοσύνης που αποτελεί το ιδανικό της ανθρωπότητας. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Μια δικανική μάχη με αντίπαλο Επίτροπο και Δικαστήριο σκοπιμότητας, είναι προέκταση της μάχης που δίνει ο κατηγορούμενος για τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Ο Δικηγόρος οφείλει να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο και να τον προστατέψει μπροστά στην αυθαιρεσία και τη βία.

7. Ο Πρόεδρος και τα Διοικητικά Συμβούλια των Δικηγορικών Συλλόγων είναι, σύμφωνα με το νόμο, έφοροι και φρουροί των κανόνων του Δικηγορικού Κώδικα και των φιλελεύθερων παραδόσεων του Δικηγορικού Σώματος και του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Δέκτες των αντιδράσεων και αντιλήψεων του νομικού δημοσίου χώρου, οφείλουν να υπερασπίζονται ότι είναι προς το συμφέρον του Ελληνικού Λαού και της Δικαιοσύνης και ν’ αγωνίζονται για την εύρυθμη λειτουργία της και την ορθή απονομή του Δικαίου. Γιατί εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης σημαίνει και ομαλή λειτουργία της Δημοκρατίας και του «Κράτους Δικαίου».
Χωρίς καλή λειτουργία και απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να υπάρξει και να ευδοκιμήσει Δικηγορία και να προαχθεί το Δικηγορικό λειτούργημα.

 

Α’ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

 

Άρθρο 1

 

Ο Δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και ένας από τους τρεις παράγοντες του τρίπτυχου της λειτουργίας και της απονομής της (Δικαστικοί Λειτουργοί, Δικηγόροι, Δικαστικοί Υπάλληλοι). Αποστολή και προορισμός του είναι να συμβάλλει με τη συμμετοχή του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και με την άσκηση του Λειτουργήματος του στην ορθή απονομή του Δικαίου.

Άρθρο 2

 

Προϋπόθεση για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης είναι η ύπαρξη και η απρόσκοπτη λειτουργία κράτους Δικαίου. Ο Δικηγόρος αγωνίζεται για την ύπαρξη, διατήρηση και κατοχύρωση όλων των προϋποθέσεων της λειτουργίας του Κράτους Δικαίου και ειδικότερα:
α) Είναι υπέρμαχος της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Ειρήνης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.
β) Υπερασπίζεται με θάρρος και αυταπάρνηση το Σύνταγμα και τους Δημοκρατικούς θεσμούς, τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών.
γ) Αγωνίζεται εναντίον οποιασδήποτε μορφής τυραννίας, αυταρχικής εξουσίας, παραβιάσεως των συνταγματικών ελευθεριών και παρανομίας.
δ) Υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, εναντίον οποιασδήποτε μορφής επεμβάσεως της εκτελεστικής εξουσίας και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα, μέσα κι έξω από τη Δικαστική λειτουργία.
ε) Είναι ο φυσικός υπερασπιστής των αδικούμενων και καταπιεζόμενων.

 

Άρθρο 3

 

α) Ο Δικηγόρος δεν περιορίζεται μόνο στα στενά επαγγελματικά του συμφέροντα. Ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα της Χώρας, προσφέρει τις γνώσεις του και τις υπηρεσίες του για την πρόοδο της και ασκεί το Λειτούργημα του, κατά τρόπο ώστε να είναι χρήσιμος και στα άτομα και στο Κοινωνικό Σύνολο.
β) Ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών ασκήσεως του Λειτουργήματος και της λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης και μετέχει σε όλες τις προσπάθειες και τους αγώνες που κάνει ο Δικηγορικός Σύλλογος και ολόκληρο το Δικηγορικό Σώμα, για την επίτευξη των σκοπών αυτών.
γ) Συμβάλλει με όλες τις δυνάμεις του στη δημιουργία των προϋποθέσεων κοινωνικής δικαιοσύνης μεταξύ των συναδέλφων δικηγόρων.

 

Β’ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

 

Άρθρο 4

 

Τα δικαιώματα του Δικηγόρου ορίζονται στα άρθρα 38 έως 61 του Κώδικα Δικηγόρων και σε άλλους ειδικούς νόμους και είναι ενδεικτικά τ’ ακόλουθα:
1) Αντιπροσωπεύει σε όλα τα Δικαστήρια και σ’ όλες τις Αρχές τον εντολέα του, υπερασπίζεται τη ζωή, την τιμή, την ελευθερία και την περιουσία του και παρέχει σ’ αυτόν νομικές συμβουλές για τη ρύθμιση των έννομων σχέσεων του (άρθρο 39 παρ. 1 Κ.Δ).
2) Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έχει από το νόμο πλήρη ελευθερία και τα Δικαστήρια και οι διάφορες Αρχές του οφείλουν σεβασμό (άρθρο 45 παρ. 1).
3) Γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα, για τα οποία ζητείται η γνώμη του (άρθρο 51 Κ.Δ).
4) Συντάσσει τα σχέδια των συμβολαίων που προβλέπει το άρθρο 42 του Κ.Δ.
5) Έχει ελεύθερη είσοδο στα Υπουργεία και σ’ όλα τα Δημόσια καταστήματα, επιδεικνύοντας το δελτίο της δικηγορικής του ταυτότητας, όλες τις εργάσιμες ημέρες και σε ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος στο κοινό, για την έρευνα ή παρακολούθηση των υποθέσεων των εντολέων του (άρθρο 45 παρ, 2 του Κ.Δ).
6) Εκδίδει ύστερα από έλεγχο, επικυρωμένα απ’ αυτόν αντίγραφα από κάθε είδους έγγραφα, που υποχρεωτικά γίνονται δεκτά από τα Δικαστήρια και τις Αρχές (άρθρο 52 Κ.Δ.).
7) Μεταφράζει έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένες γλώσσες. Οι μεταφράσεις αυτές γίνονται υποχρεωτικά δεκτές από τα Δικαστήρια και όλες τις Αρχές, πρέπει όμως να συνοδεύονται και από το πρωτότυπο (άρθρο 53 Κ.Δ.).
8) Ο Δικηγόρος έχει. δικαίωμα ν’ ασκεί το λειτούργημα του στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένος. Στα δικαστήρια άλλων περιφερειών μπορεί να κάνει έκτακτες παραστάσεις, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των άρθρων 54 και 55 του Κ.Δ. Ποινικές όμως υποθέσεις μπορεί να υποστηρίζει στα Ποινικά Δικαστήρια και άλλων περιφερειών, με την προϋπόθεση ότι τούτο δεν γίνεται συστηματικά και δεν παίρνει τη μορφή επαγγελματικής εγκαταστάσεως στην περιφέρεια άλλου Δικαστηρίου ή της καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων για τις μεταθέσεις των Δικηγόρων (άρθρ. 56 Κ.Δ.). Σε κάθε όμως περίπτωση παραστάσεως του ή ενέργειας του σε περιφέρεια άλλων Δικηγορικών Συλλόγων, οφείλει να τηρεί τις αποφάσεις και των τοπικών Δικηγορικών Συλλόγων και γενικά να επιδεικνύει συναδελφική συμπεριφορά.
9) Ο Δικηγόρος για τις νομικές συμβουλές και για τις δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες του αμείβεται είτε με βάση τη συμφωνία που έχει με τον εντολέα του, είτε με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και τις σχετικές αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων.
Δεν επιτρέπεται όμως να παίρνει αμοιβή μικρότερη από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων ή ορίζονται με αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων.
Παραίτηση του Δικηγόρου από την αμοιβή του ή περιορισμός της κάτω από τα όρια αυτά είναι άκυρη.
Επιτρέπεται η δωρεάν ή με μικρότερη από τα κατώτατα όρια αμοιβή, παροχή υπηρεσιών σε άλλο Δικηγόρο, ή σε συγγενή μέχρι και τρίτου βαθμού ή σε άπορους διάδικους (άρθρο 175 Κ.Δ.).

 

Γ’ ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

 

Άρθρο 5

 

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ασκεί το Λειτούργημα του με οδηγό τη συνείδηση του και το νόμο, να συμπεριφέρεται με αξιοπρέπεια και σύμφωνα με τις παραδόσεις του Δικηγορικού Σώματος, τόσο κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του, όσο και στην ιδιωτική του ζωή.

 

Άρθρο 6

 

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αναλάβει κάθε υπόθεση που του αναθέτουν, αν υπάρχει τρόπος υπερασπίσεως της.
Έχει όμως το δικαίωμα ν’ αρνηθεί την υπεράσπιση υποθέσεως:
α) Αν κατά τη γνώμη του είναι παράνομη ή ολοφάνερα άδικη.
β) Αν με τα στοιχεία που του παρέχει ο πελάτης είναι βέβαιο ότι η δίκη θα χαθεί.
γ) Αν στρέφεται κατά συγγενικού ή πολύ φιλικού του προσώπου.
δ) Αν σε παρόμοια υπόθεση, που χειρίσθηκε πριν απ’ αυτήν, είχε υποστηρίξει αντίθετες απόψεις, οι οποίες έγιναν δεκτές με αμετάκλητες αποφάσεις Δικαστηρίων ή Διοικητικών Αρχών.
ε) Αν για την υπεράσπιση της υποθέσεως πρόκειται να έλθει σ’ αντίθεση με δημοσιευμένες γνώμες, θεωρίες, ερμηνείες ή απόψεις του για το ίδιο νομικό ζήτημα.
στ) Αν δεν έχει αρκετό χρόνο για την καλή προετοιμασία και υπεράσπιση της υποθέσεως.

 

Άρθρο 7

 

Ο Δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του Λειτουργήματός του:
α) Να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του Δικαίου.
β) Να καταβάλλει προσπάθεια για συμβιβαστική επίλυση των διαφορών και μάλιστα μεταξύ συγγενών.
γ) Να υπερασπίζεται τις υποθέσεις που αναλαμβάνει με ευθύτητα, ευσυνειδησία και επιμέλεια.
δ) Να μην παραμελεί την εκτέλεση της εντολής και την κανονική και έγκαιρη διεξαγωγή της υποθέσεως που του έχει ανατεθεί και να μη παρελκύει τις δίκες.
ε) Να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων, τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες όχι μόνον προς τον αντίδικο συνάδελφο, αλλά και προς τους αντίδικους διαδίκους, τους μάρτυρες και όλους τους παράγοντες της δίκης, της διαιτησίας, του συμβιβασμού και κάθε άλλης διαδικασίας.
στ) Να μην υποβάλλει αβάσιμες και ασύστατες ενστάσεις, ούτε να επικαλείται πράγματα που αντιβαίνουν στη συνείδηση του.
ζ) Να μην ασκεί και νόμιμα ακόμη δικαιώματα όταν αυτά δεν ανταποκρίνονται στο ορθό και στο πρέπον, όπως η ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας του αντιπάλου δικηγόρου εν γνώσει ότι αυτός ενεργεί κατ’ εντολήν του πελάτη του, η επιζήτηση αναβολής της συζητήσεως από τυπικούς εντελώς λόγους για παρέλκυση της δίκης κ.λ.π.
η) Να μην υποβάλλει αιφνιδιαστικά ενστάσεις και άλλους ισχυρισμούς, ούτε να τους παρεμβάλλει με παραπομπές ή προσθήκες, αλλά να προβάλλει κανονικά και έγκαιρα τους ισχυρισμούς του, για να παρέχεται ο χρόνος στον αντίδικο να τους μελετήσει και να .τους αντικρούσει.
θ) Να μην προβάλλει κακόβουλα ή αιφνιδιαστικά ένσταση ελλείψεως πληρεξουσιότητας κατά συναδέλφου του. Σε περίπτωση υποβολής ενστάσεως πληρεξουσιότητας, οφείλει να ειδοποιεί έγκαιρα το συνάδελφο του.
ι) Να αποφεύγει στη διεξαγωγή των υποθέσεων του την υπέρμετρη ακομψία και οξύτητα απέναντι στους συναδέλφους του και να δείχνει πάντοτε την επιβαλλόμενη φιλάγαθη διάθεση απέναντι τους.
ια) Να αποφεύγει κατά τις αγορεύσεις του ενώπιον Δικαστηρίου τις εντυπωσιακές φωνασκίες και τα πομπώδη αλλά χωρίς νομική και ουσιαστική σημασία για την υπόθεση επιχειρήματα και κάθε ασεβή εκδήλωση προς τους δικάζοντες, τους συναδέλφους, τους διαδίκους και τους μάρτυρες.
ιβ) Να είναι σύντομος στις ερωτήσεις προς τους μάρτυρες, να αποφεύγει την άσκοπη επανάληψη των ίδιων ερωτήσεων και την κουραστική πολυλογία που παρατείνει άσκοπα τη διαδικασία, ιγ) Να μην εξετάζει ψευδομάρτυρες εν γνώσει του ότι είναι τέτοιοι.
ιδ) Ν’ αποφεύγει κάθε στρεψοδικία και κακόπιστες ενέργειες και να περιφρουρεί πάντοτε το κύρος του Δικηγορικού Λειτουργήματος.
ιε) Να μη διαβάζει στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εφημερίδες μετά την έναρξη της συνεδριάσεως, να μη συνομιλεί με άλλους, να μη θορυβεί και να μην κάθεται απρεπώς, η δε εμφάνιση του γενικά να είναι ευπρεπής. Να αποφεύγει οποιαδήποτε εκδήλωση σχετικά με δικαζόμενη υπόθεση και το έργο των δικηγόρων που την διεξαγάγουν, όταν παρακολουθεί ως ακροατής και είναι ξένος προς τη δικαζόμενη υπόθεση.

 

Άρθρο 8

 

Είναι ασυμβίβαστα με το Δικηγορικό Λειτούργημα τα έργα του δημοσίου ή ιδιωτικού υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ, (εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 62 και 63 του Κ.Δ.). Επίσης η άσκηση άλλης επιστήμης ή τέχνης ή εμπορίου, μεσιτείας και γενικά υπηρεσίας που δεν έχει σχέση με την άσκηση του Λειτουργήματος και δεν συμβιβάζεται με την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια του.

 

Άρθρο 9

 

Απαγορεύεται η διαφήμιση του Δικηγόρου στις εφημερίδες ή σε άλλα μέσα μαζικής ενημερώσεως ή με επιστολές και κάθε είδους έντυπα. Στα επισκεπτήρια και τα επιστολογράφο επιτρέπεται μόνον η αναγραφή του ονόματος του, της διευθύνσεως του και του δικαστηρίου όπου ασκεί το λειτούργημα του, καθώς και του επιστημονικού του τίτλου (αν έχει).
Ανάρτηση πινακίδας με το όνομα του και την ιδιότητα του, επιτρέπεται μόνο στην είσοδο του κτιρίου και στη θύρα του γραφείου του.

 

Άρθρο 10

 

Απαγορεύεται στο Δικηγόρο:
α) Να προσπαθεί ν’ αποκτήσει πελάτες, με ενέργειες που δεν συμβιβάζονται με την αξιοπρέπεια του Λειτουργήματος.
β) Να αναζητά πελάτες με μεσίτες ή με κάθε άλλο μέσο και τρόπο, ασυμβίβαστο προς τη δικηγορική αξιοπρέπεια.
γ) Να διημερεύει έξω από τα δικαστικά γραφεία για την εξεύρεση πελατών.
δ) Να καλλιεργεί την εντύπωση ή να αφήνει να πιστεύεται ότι είτε λόγω φιλικών σχέσεων προς δικαστές, είτε λόγω κομματικής δυνάμεως μπορεί να επιτυγχάνει ευμενέστερη κρίση για τις υποθέσεις που υπερασπίζεται.
ε) Να επισκέπτεται σε αστυνομικά κρατητήρια και στις φυλακές πρόσωπα που δεν τον προσκάλεσαν.
στ) Να δημοσιεύει στις εφημερίδες ή στα περιοδικά κ.λ.π. αγγελίες ή να γνωστοποιεί σε διάφορα πρόσωπα με επιστολές ότι αναλαμβάνει Δικαστικές ή άλλες υποθέσεις.
ζ) Να υπογράφει δικόγραφα, γνωμοδοτήσεις ή άλλα έγγραφα που δεν έχουν συνταχθεί από αυτόν, ούτε συνεργάστηκε για τη σύνταξη τους με άλλο δικηγόρο.
η) Να κάνει παραστάσεις ή άλλες ενέργειες στα Δικαστήρια ή σε Διοικητικές Αρχές χωρίς εντολή του πελάτη του.
θ) Να δίνει συμβουλές ή να υπερασπίζεται διάδικο, αν έχει δώσει και στον αντίδικο του συμβουλή για την ίδια υπόθεση.
ι) Να υπερασπίζεται άμεσα ή έμμεσα και τους δυο αντίδικους.
ια) Να παίρνει αμοιβή για να μην παρίσταται ως συνήγορος διαδίκου ή να παίρνει αμοιβή και από τον αντίδικο του πελάτη του στην ίδια υπόθεση.
ιβ) Να συγκροτεί με άλλους δικηγόρους ή ιδιώτες εταιρία, ένωση ή συνεργείο για την ανάληψη ορισμένης κατηγορίας ή κατηγοριών υποθέσεων δικαστικών ή εξώδικων.

 

Άρθρο 11

 

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση σε κάθε έγγραφο που υποβάλλει στα Δικαστήρια ή σε άλλες αρχές ή κοινοποιεί σε τρίτους, να βάλει δίπλα ή κάτω από την υπογραφή του και τη σφραγίδα του, με τη διεύθυνση του γραφείου του και τον αριθμό του τηλεφώνου του.

 

Δ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ

 

Άρθρο 12

 

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση στην αρχή κάθε χρόνου να υποβάλλει στο Δικηγορικό Σύλλογο τη Δήλωση που προβλέπεται από το άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων και κάθε άλλη δήλωση ή στοιχείο που αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και να εφοδιάζεται με νέα ταυτότητα. Ιδιαίτερα έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Δικηγορικό Σύλλογο το διορισμό του ως νομικού συμβούλου με πάγια περιοδική αντιμισθία ή κατά σύστημα καθ’ υπόθεση σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

 

Άρθρο 13

 

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση να διατηρεί γραφείο στην περι¬φέρεια του Πρωτοδικείου που έχει έδρα ο Σύλλογος στον οποίο ανήκει, είτε μόνος, είτε μαζί με άλλους συνάδελφους. Σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας ή γραφείου ή αριθμού τηλεφώνου, οφείλει να δηλώνει με έγγραφο του στο Σύλλογο αμέσως την μεταβολή αυτή.

 

Άρθρο 14

 

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις που παίρνουν το Διοικητικό Συμβούλιο και οι Γενικές Συνελεύσεις, να συμπεριφέρεται με κοσμιότητα στις Συνελεύσεις και στις συγκεντρώσεις, στα Δικαστήρια και σε κάθε χώρο που ασκεί το λειτούργημα του.

 

Άρθρο 15

 

Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση, όταν καλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, να μετέχει και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις Επιτροπές που μελετούν θέματα σχετικά με τα Ατομικά Δικαιώματα και τις Ελευθερίες των πολιτών, τη Νομοθεσία, τη Νομολογία και τα επαγγελματικά προβλήματα και να παρέχει με κάθε τρόπο τη συνδρομή του.

 

Άρθρο 16

 

Ο Δικηγόρος έχει την υποχρέωση ν’ ανταποκρίνεται σε κάθε πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου, να προσέρχεται μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες και όταν δεν ορίζεται προθεσμία μέσα σ’ εύλογο χρόνο και να παρέχει εξηγήσεις ή στοιχεία που του ζητούνται, όπως επίσης να δίνει μαρτυρίες ή να προσφέρει υπηρεσίες προς το Σύλλογο.

 

Άρθρο 17

 

Ο Δικηγόρος πρέπει να ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών ασκήσεως του Δικηγορικού Λειτουργήματος και της θέσεως των συνταξιούχων συναδέλφων. Να μετέχει στις Γενικές Συνελεύσεις, στις συγκεντρώσεις και τις κινητοποιήσεις για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

 

Άρθρο 18

 

Ο Δικηγόρος που διορίζεται από το αρμόδιο Δικαστήριο προσωρινός ή οριστικός σύνδικος πτωχεύσεως, πραγματογνώμονας, κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς ή εκκαθαριστής εταιρίας ή Συνεταιρισμού, οφείλει να γνωστοποιεί στο Σύλλογο το διορισμό του, καθώς και την περάτωση των καθηκόντων του αυτών.

 

Άρθρο 19

 

Ο Δικηγόρος που καταρτίζει με τον εντολέα του συμφωνητικό αμοιβής για εργατικές υποθέσεις καθώς και για όσες υπάγονται στον «ίδιο λογαριασμό» της παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 723/77, πρέπει να καταθέτει αντίγραφο του συμφωνητικού στο Δικηγορικό Σύλλογο μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

 

Ε’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

 

Άρθρο 20

 

Ο Δικηγόρος οφείλει να συμπεριφέρεται μ’ ευγένεια, συναδελφικότητα και αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του.

 

Άρθρο 21

 

Ο Δικηγόρος πριν ν’ αναλάβει υπόθεση για την οποία ο εντολέας ή οι εντολείς του είχαν πρωτύτερα απασχολήσει άλλο δικηγόρο πρέπει:
α) Να καταβάλει προσπάθεια να πείσει τους εντολείς να μην ανακαλέσουν την εντολή από τον προηγούμενο Δικηγόρο, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει λόγος γι’ ανάκληση της εντολής.
β) Αν δεν το πετύχει, να βεβαιωθεί πριν αναλάβει την υπόθεση, ότι ο προηγούμενος συνάδελφος του έχει λάβει την αμοιβή και τα έξοδα του από τον εντολέα του ή τους εντολείς του.
γ) Σε περίπτωση που ο προηγούμενος δικηγόρος δεν έχει πληρωθεί, ν’ αρνηθεί την ανάληψη της υποθέσεως χωρίς έγγραφη συγκατάθεση του.

 

Άρθρο 22

 

Ο Δικηγόρος πρέπει ν’ αποφεύγει να δικάζει ερήμην αντίδικο συνάδελφο του, εκτός αν έχει βεβαιωθεί ότι σκόπιμα εκείνος δεν προσέρχεται στη Δίκη.

 

Άρθρο 23

 

Αν ο αντίδικος συνάδελφος είναι άρρωστος κατά την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως ή από λόγους ανώτερης βίας δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο, ο Δικηγόρος πρέπει ν’ αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως ή να συγκατατεθεί στην αναβολή της.
Αν ο αντίδικος συνάδελφος ζητεί αναβολή της συζητήσεως για εύλογη αιτία, ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να συναινέσει στην αναβολή:
α) Αν δεν πρόκειται να ζημιωθεί ο εντολέας του από την αναβολή αυτή.
β) Αν ο αντίδικος του δεν είχε επιδιώξει συστηματικά άλλη προηγούμενη αναβολή. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να προκαταβληθεί από εκείνον που ζητεί την αναβολή η σχετική δαπάνη στο Γραμματέα του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 24

 

Δικηγόρος που έχει κληθεί ή πρόκειται οπωσδήποτε να παραστεί σε αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να ειδοποιήσει έγκαιρα και τον αντίδικο συνάδελφο του.

 

Άρθρο 25

 

Με τον όρο της αμοιβαιότητας ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ ανακοινώσει έγκαιρα στον αντίδικο συνάδελφο του τις προτάσεις του, καθώς και όλα τα έγγραφα που πρόκειται να χρησιμοποιήσει κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Δικαστήριο.
Δικηγόρος που κατά την έκδοση της αποφάσεως πήρε «τα σχετικά του» έγγραφα από το Δικαστήριο, πριν ο αντίδικος συνάδελφος του να λάβει αντίγραφα τους από τον αρμόδιο Γραμματέα, έχει υποχρέωση να εκδώσει και να χορηγήσει αντίγραφα των εγγράφων αυτών προς τον συνάδελφο του, κι εκείνος να καταβάλει την σχετική δαπάνη.
Όταν ο Δικηγόρος υποβάλλει στο Δικαστήριο απόσπασμα από έγγραφο που κατέχει, έχει υποχρέωση να χορηγήσει στον αντίδικο συνάδελφο του αντίγραφο από ολόκληρο το έγγραφο.
Όταν ο Δικηγόρος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως καταθέτει μαζί με τις προτάσεις του σχετικά έγγραφα, δεν έχει το δικαίωμα να τ’ αποσύρει, αν τα επικαλέσθηκε και ο αντίδικος του.

 

Άρθρο 26

 

Στις ποινικές υποθέσεις δεν είναι υποχρεωτική η προηγούμενη ανακοίνωση των εγγράφων από το συνήγορο του κατηγορούμενου στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής και αντίστροφα.

 

Άρθρο 27

 

Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο:
Να χρησιμοποιεί υβριστικές ή υποτιμητικές εκφράσεις για τον αντίδικο συνάδελφο του, ή να δείχνει υπεροψία απέναντι του.
Να εκφράζεται υποτιμητικά για συνάδελφο που χειρίστηκε πριν απ’ αυτόν οποιαδήποτε υπόθεση, ή για συνάδελφο με τον οποίο συνεργάζεται ή συνεργάστηκε σε υπόθεση.

 

Άρθρο 28

 

Τα μέλη του Συλλόγου υποχρεώνονται να αναφέρουν στο Δικηγορικό Σύλλογο κάθε διένεξη τους κατά την άσκηση του λειτουργήματος του για να διακανονίζεται από αυτόν, απαγορεύεται δε να προσφεύγουν προηγουμένως στη Δικαιοσύνη.

 

ΣΤ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

 

Άρθρο 29

 

Οι Δικηγόροι έχουν υποχρέωση να σέβονται τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.
Την ίδια υποχρέωση έχουν προς τους Δικηγόρους και οι Λειτουργοί της Δικαιοσύνης και οι Δικαστικοί Υπάλληλοι. Κάθε παράβαση της αρχής αυτής από οποιοδήποτε μέρος, ελέγχεται και από το Δικηγορικό Σύλλογο. Και αν μεν η παράβαση έγινε από Δικηγόρο, επιβάλλει σ’ αυτόν πειθαρχικές κυρώσεις, αν όμως έγινε από Δικαστή, Εισαγγελέα ή Δικαστικό υπάλληλο, ζητά από τους προϊσταμένους τους την επιβολή κυρώσεων.
Σε περίπτωση που οι προϊστάμενοι αρνούνται ή παραλείπουν την επιβολή κυρώσεων, ο Δικηγορικός Σύλλογος ασκεί δημόσια κριτική για το παράπτωμα και για την μη επιβολή κυρώσεων.

 

Άρθρο 30

 

Οι Δικηγόροι σε όλα τα είδη των Δικών ασκούν το Λειτούργημα τους με απόλυτη ελευθερία γνώμης, μέσα στα πλαίσια των σχετικών δικονομικών κανόνων. Ζητούν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και αν εκείνος αρνηθεί αδικαιολόγητα, από το Δικαστήριο. Δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις και αιτήσεις ή να αγορεύουν αν δεν τους δοθεί ο λόγος, ούτε να διακόπτουν τον Πρόεδρο ή τους Δικαστές και τον Εισαγγελέα ή τον αντίδικο τους. Σε περίπτωση που η άσκηση των δικαιωμάτων του Συνηγόρου στην ποινική δίκη και του πληρεξουσίου Δικηγόρου στην πολιτική, περιορίζεται κατά οποιοδήποτε τρόπο, οφείλει να προασπίσει το κύρος του Λειτουργήματος, να διεκδικήσει τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος και ν’ αναφέρει την περίπτωση στο Δικηγορικό Σύλλογο.

 

Άρθρο 31

 

Τόσο κατά την προφορική διαδικασία, όσο και στις έγγραφες προτάσεις τους, τα υπομνήματα και άλλα έγγραφα, οι Δικηγόροι πρέπει ν’ απευθύνονται στο Δικαστήριο και στις Αρχές μ’ ευπρέπεια.
Έχουν όμως το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίζονται με σθένος και συνέπεια τις απόψεις τους, ν’ αντικρούουν τις αντίθετες απόψεις του Εισαγγελέα, των Δικαστών ή των εκπροσώπων της Αρχής και να αγωνίζονται για την απόδειξη της αθωότητας του εντολέα τους ή την ορθότητα των απόψεων του διάδικου που υποστηρίζουν και γενικά ν’ αγωνίζονται με όλα τα νόμιμα μέσα για την απόδειξη της αλήθειας και την ορθή-ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

 

Άρθρο 32

 

Οι Δικηγόροι συμπεριφέρονται προς τους Δικαστές, Εισαγγελείς, Δικαστικούς Υπάλληλους και εκπρόσωπους Δημοσίων Αρχών με αξιοπρέπεια. Απαγορεύονται η αναξιοπρεπή συμπεριφορά και οι εκφράσεις κολακείας καθώς και η δημιουργία ιδιαίτερων ή κοινωνικών φιλικών σχέσεων για την απόσπαση συμπάθειας ή ευνοϊκής αποφάσεως ή ενέργειας. Οι δικηγόροι οφείλουν ιδιαίτερα να αποφεύγουν κάθε εκδήλωση που εκθέτει σε κίνδυνο ή μειώνει το δικηγορικό γόητρο, να αναφέρουν δε προς το Σύλλογο κάθε τέτοια ενέργεια που προέρχεται από τα παραπάνω πρόσωπα και κάθε ανάμειξη τους στα έργα του δικηγόρου.

 

Άρθρο 33

 

α) Δεν επιτρέπεται στους Δικηγόρους να εξετάζονται μάρτυρες στα Δικαστήρια για υποθέσεις και για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση τους από την άσκηση του Λειτουργήματος, είτε στα ‘ Δικαστήρια είτε σε εξώδικες εργασίες, διαπραγματεύσεις ή προσπάθειες για συμβιβαστική επίλυση διαφορών.
β) Σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν ν’ εξετασθούν μάρτυρες για υπόθεση στην οποία είχαν ανάμιξη, ή γνωρίζουν από την άσκηση του Λειτουργήματος τους, αν υπάρχουν σπουδαίοι λόγοι. Τους λόγους αυτούς εκθέτει ο ενδιαφερόμενος με αίτηση του προς το Σύλλογο (Διοικητικό Συμβούλιο). Το Δ. Σ. τους εκτιμά και χορηγεί κατά την κρίση του σχετική άδεια. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η άδεια αυτή χορηγείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου.
γ) Και αν πάρουν την άδεια από το Δ. Σ., ή τον Πρόεδρο, απαγορεύεται να καταθέσουν περιστατικά που τους έχει εμπιστευθεί ο εντολέας τους και να παραβιάσουν με οποιοδήποτε τρόπο το επαγγελματικό απόρρητο.
δ) Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να εξετασθούν μάρτυρες κατά του εντολέα τους ή του πρώην εντολέα τους, ή των κληρονόμων τους, έστω και αν έχει ανακληθεί ή περατωθεί η εντολή τους.
ε) Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να έχει στην ίδια δίκη δυο ιδιότητες, μάρτυρα και Συνηγόρου. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το Δικηγόρο μηνυτή, που είναι και «πολιτικώς ενάγων».
στ) Όταν ο Δικηγόρος κληθεί από Δικαστήριο ή Ανακριτική Αρχή να εξετασθεί μάρτυρας και να καταθέσει περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, έχει το δικαίωμα-ν’ αρνηθεί τη μαρτυρία αν προσκρούει στο επαγγελματικό του απόρρητο. Αν η κατάθεση δεν προσκρούει στο απόρρητο έχει το δικαίωμα να κρίνει κατά συνείδηση αν και σε ποιό μέτρο πρέπει να εξετασθεί για τα περιστατικά αυτά, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι η αποκάλυψη τους δεν θα βλάψει τον πελάτη του και ότι θα πάρει άδεια από το Δ. Σ. ή τον Πρόεδρο.
ζ) Στις περιπτώσεις που δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο, οφείλει να δηλώσει τούτο στο Δικαστήριο ή την Ανακριτική Αρχή, που τον κάλεσε, χωρίς να έχει την υποχρέωση να στηρίξει με ειδική αιτιολογία την άρνηση του να καταθέσει.
η) Για περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του από άλλη αιτία και όχι κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του, δεν δικαιούται να αρνηθεί τη μαρτυρία του, ούτε χρειάζεται άδεια από το Δ. Σ. ή τον Πρόεδρο.

 

Ζ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

 

Άρθρο 34

 

Ο Δικηγόρος πρέπει να συμπεριφέρεται άψογα προς τους συνεργάτες του. Να μην υποτιμά την εργασία τους και να μη σχολιάζει αρνητικά την ικανότητα ή τη συνεισφορά τους προς τον πελάτη ή προς οποιονδήποτε τρίτο. Πρέπει να τηρεί τις συμφωνίες για την αμοιβή των συνεργατών του και να παρέχει κάθε βοήθεια προς αυτούς για την εξασφάλιση και την καταβολή της αμοιβής τους από τον πελάτη.

 

Άρθρο 35

 

Σε περίπτωση που ο Δικηγόρος απασχολεί συνάδελφο του είτε τακτικά είτε έκτακτα είτε για την διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων πρέπει:
α) Να συμπεριφέρεται προς αυτόν συναδελφικά, με ισοτιμία και όχι σαν προϊστάμενος προς υφιστάμενον.
β) Να συνεργάζεται μαζί του με συναδελφικότητα, ευγένεια και κατανόηση, να μη θίγει τη φιλοτιμία του και τη δικηγορική και ατομική του αξιοπρέπεια και να μην τον απασχολεί σε μη δικηγορικά καθήκοντα.
γ) Να καταβάλλει έγκαιρα τη συμφωνημένη αμοιβή.
δ) Να προβάλλει την εργασία του συνάδελφου του και προς τον πελάτη και προς τα Δικαστήρια και προς τους τρίτους.

 

Η’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ – ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥ

 

Άρθρο 36

 

Ο Δικηγόρος που δέχεται Ασκούμενο στο Γραφείο του έχει υποχρέωση:
α) Να δηλώσει τούτο με έγγραφο του προς το Σύλλογο.
β) Να καθοδηγεί τον Ασκούμενο στην άσκηση της Δικηγορίας.
γ) Να του αναθέτει τη μελέτη και το χειρισμό απλών στην αρχή και αργότερα σοβαρότερων υποθέσεων, να του παρέχει οδηγίες για το χειρισμό τους, να συζητεί μαζί του τα επιστημονικά και πρακτικά θέματα και γενικά να του παρέχει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση.
δ) Να τον εφοδιάζει με εξουσιοδότηση όπου χρειάζεται για την αυτοτελή παράσταση του Ασκουμένου και να κάνει μαζί με αυτόν παραστάσεις στα Δικαστήρια (σε υποθέσεις του Ασκουμένου).
ε) Να του χορηγεί κάθε βεβαίωση που χρειάζεται για την άσκηση του ή για την συμμετοχή του σ’ εξετάσεις.
στ) Να συμπεριφέρεται προς τον Ασκούμενο με ευγένεια και κατανόηση και να μη θίγει με οποιοδήποτε τρόπο την προσωπικότητα του.
ζ) Να τον απασχολεί σε δικηγορικά καθήκοντα και όχι σε υπηρεσίες άσχετες με την δικηγορία.

 

Θ’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΝΤΟΛΕΑ

 

Άρθρο 37

 

Ο Δικηγόρος όταν αναλάβει την υπεράσπιση μιας υποθέσεως έχει υποχρέωση:
1) Να αντιπροσωπεύει τον εντολέα του, σε όλα τα Δικαστήρια στα οποία είναι διορισμένος και σε όλες τις Αρχές και να ενεργεί τις αναγκαίες πράξεις. Αν η υπόθεση πρόκειται να δικαστεί από Δικαστήριο, στο οποίο δεν έχει δικαίωμα να παραστεί, οφείλει να το ανακοινώσει στον εντολέα του και ν’ αρνηθεί την εντολή.
2) Να μη παραμελεί την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε και να μην την καθυστερεί για οποιοδήποτε λόγο, αλλά να την εκτελεί με ευσυνειδησία και επιμέλεια.
3) Να τηρεί αυστηρά την επαγγελματική εχεμύθεια:
α) Για όσα του εμπιστεύτηκε ο εντολέας του «έστω και προφορικά, ακόμη και αν με την αποκάλυψη τους δεν πρόκειται να προκύψει ζημιά για τον εντολέα του, ή τα στοιχεία που του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του ήρθαν στη δημοσιότητα από άλλη πηγή, ή έστω και αν ο εντολέας του τον έχει απαλλάξει από την υποχρέωση της τηρήσεως του επαγγελματικού μυστικού.
6) Για όσα έμαθε από τη μελέτη των εγγράφων που του εμπιστεύθηκε ο εντολέας του. Τα έγγραφα αυτά δεν επιτρέπεται να τα δώσει στη δημοσιότητα, ούτε να δώσει αντίγραφα στους αντίδικους ή τρίτους, ούτε ν’ ανακοινώσει σ’ αυτούς το περιεχόμενο τους, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα.
γ) Για όσα πληροφορήθηκε από την εξέταση μαρτύρων του εντολέα του.
δ) Για όσα πληροφορήθηκε από άλλους δικηγόρους σχετικά με την υπόθεση του εντολέα του.
ε) Την εχεμύθεια πρέπει να την τηρεί όχι μόνο κατά την “διάρκεια, αλλά και μετά την περαίωση της υποθέσεως ή την ανάκληση της εντολής από τον πελάτη του, ακόμα και μετά τον θάνατο του πελάτη του και να την επιβάλλει και στους συνεργάτες και τους υπάλληλους του γραφείου του.
στ) Όταν ο Δικηγόρος αναλαμβάνει υπόθεση εναντίον παλαιού πελάτη του, που τον υπερασπίζεται άλλος Δικηγόρος, δεν έχει δικαίωμα ν’ αποκαλύψει στον εντολέα του επαγγελματικά απόρρητα που του είχε εμπιστευθεί ο παλαιός πελάτης του, ούτε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του με οποιονδήποτε τρόπο στη δίκη.
4) Ο Δικηγόρος στον οποίο αναθέτουν υπόθεση εναντίον συναδέλφου του, πρέπει να τον ειδοποιεί για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, πριν να κάνει οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια. Δεν επιτρέπεται υποβολή μηνύσεως, αιτήσεως ή αγωγής Δικηγόρου κατά Δικηγόρου, χωρίς προηγούμενη άδεια από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου ή σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο του Δ. Σ.

 

Άρθρο 38

 

α) Ο Δικηγόρος οφείλει να καταβάλλει προσπάθειες για την καλύτερη και ταχύτερη διεκπεραίωση της υποθέσεως που του αναθέτουν, μειώνοντας στο ελάχιστο τις σχετικές παραστάσεις και τις αντίστοιχες δαπάνες των εντολέων του.
β) Υπερασπίζεται την υπόθεση κατά την κρίση του, χωρίς όμως να υπερβαίνει τα όρια της εντολής που του έχει δοθεί, γ) Πρέπει να ενημερώνει τον εντολέα του για την πορεία της υποθέσεως και για τον τρόπο της υπερασπίσεως. Αν ο εντολέας του διαφωνεί, έχει το δικαίωμα να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, έγκαιρα όμως, ώστε να ανατεθεί η συνέχιση της σε άλλο Δικηγόρο.
δ) Η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει καλά ο πελάτης και να μην έχει καμία δικαιολογία για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και διαπληκτισμούς.
Η αμοιβή είναι δυνατόν να συμφωνηθεί κατ’ αποκοπή ή σε ποσοστό του αντικείμενου της δίκης, ή κατά παράσταση. Δεν πρέπει όμως να είναι μικρότερη από τα κατώτερα όρια που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων. Σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, αν η δίκη χαθεί, ο Δικηγόρος δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή.
Για τα έξοδα είναι δυνατό να συμφωνηθεί ότι θα βαρύνουν τον Δικηγόρο ή τον διάδικο ή και τους δυο.
ε) Ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ζητά προκαταβολή των εξόδων και της αμοιβής του ή μέρος των εξόδων και της αμοιβής του. Αν ο πελάτης αρνηθεί την προκαταβολή που συμφωνήθηκε, μπορεί να παραιτηθεί από την υπεράσπιση της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι θα το κάνει έγκαιρα και θα επιστρέψει στον εντολέα του όλα τα έγγραφα, για ν’ ανατεθεί εμπρόθεσμα η υπόθεση σε άλλο Δικηγόρο.
στ) Όταν ο Δικηγόρος παραιτηθεί δικαιολογημένα από την υπεράσπιση της υποθέσεως, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα του να του καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα για τις μέχρι την ημέρα της παραιτήσεως ενέργειες του. Αν ο εντολέας δεν καταβάλει τα ποσά αυτά και ακόμα, αν περατωθεί η υπόθεση και ο εντολέας δεν καταβάλει την αμοιβή που συμφωνήθηκε και τα έξοδα, ο Δικηγόρος έχει το δικαίωμα της επισχέσεως των εγγράφων που έχει στα χέρια του, ώσπου να καταβληθεί η αμοιβή του και οι σχετικές δαπάνες.
ζ) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο που θα παραιτηθεί από την υπεράσπιση μιας υποθέσεως ν’ αναλάβει την υπεράσπιση του αντίδικου του αρχικού εντολέα του. Επιτρέπεται όμως να αναλάβει την υπεράσπιση άλλης υποθέσεως που του αναθέτει ο αντίδικος του πρώην εντολέα του, αν δεν έχει καμιά σχέση ή συνάφεια με την προηγουμένη υπόθεση.
η) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο να έλθει με τρίτους σε συμφωνία που βλάπτει τα συμφέροντα του εντολέα του ή να ενεργήσει πράξεις που ωφελούν τον αντίδικο και βλάπτουν τον εντολέα του, ή να δώσει επιβλαβείς συμβουλές στον εντολέα του, ή να παρέχει την συνδρομή του κατά τη διάρκεια της δίκης και στους δυο διάδικους άμεσα ή έμμεσα.
θ) Ο Δικηγόρος που ανάλαβε την υπεράσπιση μιας υποθέσεως έχει την υποχρέωση να δώσει στον εντολέα του απόδειξη παραλαβής για τα έγγραφα που του εμπιστεύτηκε (αν του ζητηθεί) και να τα φυλάξει τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την περάτωση της υποθέσεως.
ι) Ο Δικηγόρος πρέπει ν’ αποδίδει σ’ εύλογο χρόνο τα χρήματα που εισπράττει για τον εντολέα του, καθώς και να δίνει λογαριασμό για τη διαχείριση χρημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που του έχει ανατεθεί.

 

I’ ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ

 

Άρθρο 39

 

α) Ο Δικηγόρος έχει υποχρέωση ν’ αποφεύγει κάθε επικοινωνία με τον αντίδικο και κάθε συζήτηση χωρίς την έγκριση του εντολέα του. Αν ο αντίδικος έχει αναθέσει την υπόθεση σε Δικηγόρο, σε κάθε σχετική συζήτηση πρέπει να καλείται και ο Δικηγόρος του.
β) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο, στον οποίο ανατέθηκε η υπεράσπιση μιας υποθέσεως ν’ απευθύνει τηλεφωνήματα ή επιστολές με εκβιαστικό ή απειλητικό περιεχόμενο στον αντίδικο του. Επιτρέπεται μόνον ν’ ανακοινώσει στον αντίδικο ότι του ανατέθηκε η άσκηση των νόμιμων ενεργειών και να τον καλέσει να τακτοποιήσει, αν θέλει, εξώδικα την υπόθεση.
γ) Δικηγόρος που παρέχει, με πάγια αντιμισθία, τις νομικές του υπηρεσίες σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, απαγορεύεται ν’ αναλαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποθέσεις τρίτων κατά των μελών του ή υποθέσεις των μελών του κατά του Ν.Π.
δ) Απαγορεύεται στο Δικηγόρο να ζητήσει ή να δεχτεί οποιαδήποτε αμοιβή από τον αντίδικο του εντολέα του, ή να αναλάβει υπόθεση του, πριν να τελειώσει οριστικά η δίκη την οποία διεξάγει εναντίον του.
ε) Ο Δικηγόρος πρέπει να σέβεται τον αντίδικο του και να συμπεριφέρεται προς αυτόν με ευγένεια. Ν’ αποφεύγει προσβλητικές φράσεις και γενικά οξύτητα εκφράσεων, καθώς και κάθε υποτιμητική για τον αντίδικο ενέργεια, ή διατύπωση, που δεν είναι αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του.
στ) Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να ενεργεί με δόλιο τρόπο για να προκαλέσει απώλεια δικαιωμάτων του αντιδίκου. Πρέπει ν’ αντιδικεί με τιμιότητα και ευθύτητα, χωρίς να παραλείπει να πράξει κάθε τι που επιβάλλεται για την ορθή υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του.
ζ) Δεν επιτρέπεται στο Δικηγόρο να προκαλεί υπερβολικές δαπάνες σε βάρος του αντιδίκου είτε με αλλεπάλληλες αγωγές, όταν αντί για πολλές είναι δυνατή η έγερση μιας αγωγής είτε με άλλες άσκοπες ενέργειες είτε με υπερβολικές επιταγές η διόγκωση των δικαστικών δαπανών.
η) Ο Δικηγόρος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει ο ανθρωπισμός, όταν επιχειρεί διάφορες πράξεις κατά του αντίδικου του εντολέα του και μάλιστα κατά την εκτέλεση αποφάσεων. Απαγορεύεται να παρευρίσκεται κατά την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, εκτός αν είναι απαραίτητη η παρουσία του, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να παίρνει την άδεια από το Δ. Σ. ή τον Πρόεδρο.

 

ΙΑ’ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

 

Άρθρο 40

 

Ο Δικηγόρος πρέπει, όχι μόνο κατά την άσκηση του Λειτουργήματος του, αλλά και στον ιδιωτικό του βίο να διάγει και να φαίνεται ότι διάγει με αξιοπρέπεια ώστε να μη προκαλούνται σχόλια και δυσφήμηση σε βάρος του Δικηγορικού Σώματος.
Να έχει συνέπεια σε όλες τις συναλλαγές του και οι δηλώσεις του προς τους αντισυμβαλλόμενους ή οποιουσδήποτε τρίτους να είναι σοβαρές και αληθινές. Να μην εκμεταλλεύεται την άγνοια ή την απειρία, τη γνωριμία, τη συγγένεια, τη φιλία ή την εμπιστοσύνη του εντολέα του ή του αντιδίκου ή οποιουδήποτε τρίτου προς αυτόν ή το Λειτούργημα του.
Στους τόπους της κατοικίας του και της εργασίας του, στα σωματεία και διάφορες Οργανώσεις όπου μετέχει, στους πολυσύχναστους χώρους, στα δημόσια μέσα συγκοινωνίας, σε συγκεντρώσεις του κοινού, πρέπει να επιδεικνύει συμπεριφορά υποδειγματική για τους άλλους.

 

ΙΒ’ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

 

Άρθρο 41

 

Στις διατάξεις του παρόντα Κώδικα υπάγονται τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων και οι ασκούμενοι, τηρουμένων των αναλογιών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Κώδικα Δεοντολογίας αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 66 έως 79 του Κώδικα Δικηγόρων.

 

Άρθρο 42

 

Ο Κώδικας Δεοντολογίας του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο στη συνεδρίαση του της 4/9/1984 και ισχύει από την έναρξη του δικαστικού έτους 1984-85.

 

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Αντώνης Γκαζής

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντώνης Μπαλωμενόκης

ΤΑ ΜΕΛΗ
Στρατής Παπαμανουσάκης, Δημήτρης Ποντικάκης, Γιώργος Φω-τεινάκης,
Ιπποκράτης Κανακάκης, Ρούλα Παντελάκη, Γιάννης Μαυρακάκης, Σπύρος Λιονάκης.

Μέγεθος Γραμματοσειράς